Τα σουγάνια ή αλλιώς κρεμμυδοντολμάδες αποτελούν ένα απο τα δημοφιλέστερα “μεζεδλίκια” ή αλλιώς μεζεδάκια -αλλά και κυρίως πιάτο πολλές φορές -,σε κάθε λεσβιακό ταβερνάκι ενώ οι νοικοκυρές έχουν και έναν ακόμη λόγο να “κλαίνε” όταν τα καθαρίζουν πέρα από το κλασσικό στιφάδο. Η γέμιση ή αλλιώς “γόμος” βρίσκει στα καλοβρασμένα και αρωματισμένα με μπαχαρικά φύλλα κρεμμυδιού την πιο γευστική αγκαλιά για να “ξεκουραστούν” την ώρα του φαγητού σε όλους, ακόμη και στους πιο απαιτητικούς ουρανίσκους… ΥΛΙΚΑ: 1 κιλό κρεμμύδια ξερά ½ κιλό μοσχαρίσιο κιμά ή ανάμεικτο με χοιρινό 200 γρ…
ΕΝΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΣΒΟ !!! Ο Χάρωντας αγόρασε ένα πηριβουλάκι. Βάζει τους γέρους για κλαδιά και τις γριές για γλάστρες, Βάζει τις νιές για λησμουνιές, τους νιούς για κυπαρίσσια, Βάζει κι τα μικρά πηδιά απάνου, γι’ αηδουνάκια. Κανένας δεν ημίληξη μόν’ μια βασιλοπούλα : “Δε συ φουβούμη, Χάρωντα, κι ότι κι αν θέλεις κάνε, Γιατί έχου σπίτια αψηλά κι άνδρα παλληκάρι ! Εχου κι αδέρφια δηκουχτώ, όλα για του πολέμου ! Έχου κι κύρη βασιλιά ούλου για να ξουδιάζει !” Ο Χάρωντας σαν τ’ άκουσει πουλύ του κακουφάνει.…
Υλικά (για 4 άτομα): 1 1/2 κιλό κουκιά 1 ξερό κρεμμύδι 2-3 φρέσκα κρεμμυδάκια 1/2 μάτσο άνηθο 1/ 2 ποτήρι ελαιόλαδο για το αλευρολέμονο: χυμό μισού λεμονιού 1 κουταλιά σούπας αλεύρι Τα κουκιά καθαρίζονται όπως τα φασολάκια, αφαιρούμε δηλαδή τις ίνες γύρω γύρω. Τα κόβουμε στα δύο ή στα τρία, τα πλένουμε καλά και τα στραγγίζουμε. Ψιλοκόβουμε τα κρεμμύδια και τον άνηθο. Σωτάρουμε το ξερό κρεμμύδι στο ελαιόλαδο και προσθέτουμε τα φρέσκα κρεμμύδια. Ανακατεύουμε και τα αφήνουμε να μαραθούν. Ρίχνουμε κατόπιν τα κουκιά και τον άνηθο, αλατοπιπερώνουμε, ανακατεύουμε καλά και προσθέτοντας και μισό ποτηράκι νερό,…
Του Μιλτέλ(ι) Που λεγ’ς Γιανν(ι) του Μιλτέλ(ι) ήνταν ένα καλό μουρέλ(ι), ( τι μουρέλ(ι) δηλαδή που πέρνα τα τριγιάντα μόνου ε. Ζούσε του λοιπόν στου χουριό, στα κτηματέλιαντουν , ε είχει τσι καμπόσα πρόβατα. Στρατιώτ(η)ς δε πήγει γιατί ήνταν καθηστερημένου τσι δε τουν πήραν, τότοισου μουναχά, που πέρασει δα ιπιτρουπήβγήκει απ’ του χουριό. Άβγαλτου ντιπ για ντιπ. Όσου για γ’ ναίκα μόνο ακ(ου)στα είχει γι αυτήν Τα βράδια κάνταν στου καφινέ μη κατ’ καλά πιδιά τ’ χουριού που τουν προστατεύαν απ’ τα πειράγματα (τς χουντράδις να λες) καλύτερα των…
Στο λυκόφως της μέρας Το σούρουπο ρίχνει το ανάλαφρο πέπλο του πάνω στο χωριό. Ο μολυβένιος ουρανός σκοτεινιάζει. Τα ασβεστωμένα κράσπεδα του πλακόστρωτου λες και οριοθετούν την κοίτη κάποιου ρέματος που ροβολά προς τη λαγκαδιά. Σου φαίνεται πως ακούς το γάργαρο κελάρυσμά του… Τα φαναράκια σπέρνουν το κιτρινισμένο θάμπος τους στα γραφικά σοκάκια. Τα περίτεχνα αρμολογημένα ντουβάρια στέκουν κατάντικρυ στις γδαρμένες τοιχοποιίες, σμίγοντας το παλιό με το νέο… Μια γλυκόπικρη νοσταλγία αναβλύζει σα νάμα από τα σώψυχα… Τα γήινα χρώματα στήνουν τρελό χορό στο λυκόφως της μέρας που φεύγει και…