Ασουματιανός 

Μένα μι συμφέν(ει) (συμφέρει) α κάθουμι

Ο Στρατήγ(η)ς του Κουντουρέλλ(η) ήταν ένας Ασωματιανός αγρότης, απ’ τους πιο δουλευταράδες του χωριού, βρακάς . Ένα προχωρημένο πρωϊνό (9-10 η ώρα) βγήκε στου καφενέ κάθισε έξω από αυτόν στο δρόμο (μιας και ο καιρός ήταν Μάης προχωρημένος ) παρήγγειλε καφέ και το απολάμβανε. Οι περαστικοί χωριανοί, τον χαιρετούσαν και τον κοίταγαν με περιέργεια, γιατί μαθέ καθόταν τέτοια καλή μέρα στου καφινέ γι Στρατήγς ήταν ασυνήθιστο γεγονός!!! Μέχρι που πέρασε λίγο η ώρα,( ζύγωνε μεσημέρι), ι Σταρτήγς εκεί στου καφινέ. Περνούσε, προερχόμενος απ’ του μπαχτσέ ι Προκόπς, φίλος του Στρατήγ,…

Read More
Ασουματιανός 

ΠΑΝΑΓ(ι)ΔΑΡΑM

 Τα χρόνια εκείνα δεν υπήρχαν πλαστικά μπουκάλια, συνεπώς όλα τα υγρά που πωλούσαν τα μπακάλικα, τα αγόραζαν σε μεγάλες φιάλες (νταμιτζάνες) και ο κάθε πελάτης πήγαινε στο μπακάλικο με το δικό του μπουκάλι, μέσα στο οποίο έβαζε ο μπακάλης το υγρό που ήθελε ο κάθε πελάτης . Κουσταντής, λοιπόν, πήγει στο μπακάλ(ι) μι τ’ μπουκάλα τσ’ αγόρασε σπίρτου (οινόπνευμα) για εντριβή. – Βάλει τσι κουμάτ κιαφιρί (1), ε Γληγόρ είπει στου μπακάλ(ι). Γληγόρς, τα μπέρδειψει τσι αντί να βαλ(ει) κιαφιρί έρ’ξει μέσ’ του μπουκάλ(ι) ένα κομματέλ (ι) καυστική !!!(2). Πήγει…

Read More
Ασουματιανός 

Τούτουνας , οχ(ι) τούτουνας

 Κάποιες δεκαετίες πριν εκδιδόταν ένα πολύ επιτυχημένο περιοδικό, ο Ταχυδρόμος. Οι μεγαλύτεροι θα θυμούνται την τελευταία σελίδατου περιοδικού, (εξώφυλλο) στην οποία φιλοξενούσε γελοιογραφίες του μεγάλου σκιτσογράφου ΜΠΟΣΤ. Για να φτάσει ο Μποστ στην …τελευταία σελίδα έβαλε το χέρι του και ένας γνωστός Μυτιληνιός. Συγκεκριμένα λοιπόν ο Μποστ την εποχή εκείνη έφτιαχνε ένα (1) σκίτσο που το περιοδικό φιλοξενούσε σε κάποια εσωτερική σελίδα που έπρεπε να ψάξει ο αναγνώστης για να το βρει. Τα σκίτσα όμως είχαν όλα τα χαρακτηριστικά του Μποστ. Έξυπνα, χιουμοριστικά, σπυρτόζικα, ήταν δηλαδή από τότε σκίτσα του….Μποστ.…

Read More
Ασουματιανός 

Τούτους είνι μπούζ’ κρυγιός αλλά καφτ’

Κουσταντής ήρτει στου καφινέ, είπει καλ’σπέρα, ‘πειτά πήγει τσι κάτσει σι μια γουνιούδα, έγτσι, που κάντουν κάθα μέρα. Α Κουσταντής ήνταν κουμάτ σα ξλουμένους, αγαθουμλιά τουν λέγαν, στου χουριό. Στρατήγ’ς (καφιτζής) χουρίς α τουν ρουτείσ’ είβαλει να τ’ ψήσ’ καφέ, εν του μεταξύ πήγει να σερβίρ ένα πελάτ’. Δ’μητ’ς, που κάντουν δίπλα στου πουτηριώνα, σ’κώστει , τάχα να πιει νιρό, τσι πήγει ‘που πάνου απ’ του καφέ που ψήντουν τσι κατ’ έρ’ξει μέσα, πιπέρ(ι) μη τ’ γκατζνιά* αθιόφουβους, ,πειτά γύρσει τσι κάθ’σει στ’ θέση ντ’ . – Στρατήγ’ς, έβαλει του…

Read More