Ασουματιανός 

ΠΑΝΑΓ(ι)ΔΑΡΑM

 Τα χρόνια εκείνα δεν υπήρχαν πλαστικά μπουκάλια, συνεπώς όλα τα υγρά που πωλούσαν τα μπακάλικα, τα αγόραζαν σε μεγάλες φιάλες (νταμιτζάνες) και ο κάθε πελάτης πήγαινε στο μπακάλικο με το δικό του μπουκάλι, μέσα στο οποίο έβαζε ο μπακάλης το υγρό που ήθελε ο κάθε πελάτης .

Κουσταντής, λοιπόν, πήγει στο μπακάλ(ι) μι τ’ μπουκάλα τσ’ αγόρασε σπίρτου (οινόπνευμα) για εντριβή.

– Βάλει τσι κουμάτ κιαφιρί (1), ε Γληγόρ είπει στου μπακάλ(ι).
Γληγόρς, τα μπέρδειψει τσι αντί να βαλ(ει) κιαφιρί έρ’ξει μέσ’ του μπουκάλ(ι) ένα κομματέλ (ι) καυστική !!!(2).
Πήγει Κουσταντής στου σπίτ(ι) τσι τν ώρα που ήνταν πια για να πέσειν να τσμιθούν λεγ(ει) στ’ γναίκα τ’ του Βασιλ’κούδ.

– Ω γ’ ναίκα, έλα αμι τρίψ(εις) κουμάτ μι του σπίρτου γιατί πουνιούν τα ζνίχιαμ (3) αμα τί!!.

Σαν νι έρ’ξει του Βασιλ’κούδ του σπίρτου απά στ’ ντ κατίνα τ’ Κουσταντή, Κουσταντής πήδ’ξει έφνα πάνου:
Παναγιούδα μ’ τούτου καφτ(4) βρε γναίκα, τσι κάαααφτ πουλυυυυύ .
Μωρέ τι Παναγιούδα μ’ τσι Παναγιούδαμ, μιγάλ Παναγιά χρειγιάζειτει έδγιου, Παναγδάρααααμ!!!

1. Καμφορά ήταν ένα κρυσταλοειδές λευκό υλικό που μύριζε έντονα και ελευθέρωνε την μύτη και γενικότερα ανακούφιζε την αναπνευστική οδό
2. Καυστική ή ποτάσα σόδα που χρησιμοποιούσαν για την Παρασκευή σαπουνιού, ήταν επίσης σε κρυσταλοειδή μορφή και επίσης λευκή σε χρώμα
3 .Οι ωμοπλάτες
4 καφτ καίει

Related posts